Showing page 1. Found 319 sentences matching phrase "humbly".
| Makes me feel humble | Σε κάνει να νιώθεις ταπεινός | |
| He is humble | Είναι ταπεινός | |
| Mr. Humble, all of a sudden? | Έγινες ξαφνικά ο κύριος ταπεινός | |
| The Noble House of Batiatus stands humbled! | Ο ευγενής οίκος του Μπατιάτους νιώθει ευγνωμοσύνη | |
| I' ve humbled you and I' ve lectured you, and you have borne it as no one could have borne it | Σε ταπείνωσα και σε επέπληξα, και εσύ το ανέχτηκες όπως κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να το ανεχτεί | |
| If the congress sees fit to honor me with the command, it will be my humble duty to serve | Αν, το Κογκρέσο, θεωρεί σωστό να με τιμήσει με αυτή την εντολή, θα ήταν το ταπεινό μου καθήκον να την υπηρετήσω | |
| Holy creatures, transform me into your humble servant | Ιερά πλάσματα,Θα μετατρέψουν εμένα σε ταπεινό υπηρέτης τους | |
| He might ask what all this was meant to accomplish because to a humble postulant it looks like chaos | Θα μπορούσε να ρωτήσει τι ακριβώς θα κατάφερνες με όλα αυτά γιατί σε έναν ταπεινό παρατηρητή αυτό μοιάζει με χάος | |
| And its aims, that I... as speaker for this city, express to you in this moment, as its humble speaker | Την θέληση της οποίας... εγώ... που είμαι ο εκπρόσωπος αυτής της πόλης... εκφέρω τώρα σ' εσάς, ως ταπεινός της... εκπρόσωπος | |
| We humbly beseech you, lord, to grant that those you refresh with your sacraments may devote themselves to good deeds in the name of your son, Jesus Christ | Ταπεινά σε εκλιπαρούμε, κύριε, να εγγυηθείς πως αυτοί που αναζωογονείς με την θεία κοινωνία σου θα αφιερώσουν τους εαυτούς τους σε καλές πράξεις στο όνομα του Υιού σου, Ιησού Χριστού | |
| In every stage of this oppression, we have petitionned for redress in the most humble terms | Σε κάθε στάδιο αυτής της καταπίεσης, αιτηθήκαμε επανόρθωση με τους πιο ταπεινούς όρους | |
| Build for the humble and the wretched | Κτισμένο για τους ταπεινούς και τους δυστυχισμένους | |
| Welcome to my humble home | Καλώς ήλθες στο φτωχικό μου, Σοφί | |
| History is written by winners, and the Chronicles, by fools like me a humble monk named Peter | Η ιστορία γράφεται από νικητές, και τα χρονικά... από ανόητους σαν εμένα, ένα φτωχό μοναχό που τον λένε, Peter | |
| We come humbly seeking the Oracle of All Knowledge | Ερχόμαστε ταπεινά γυρεύοντας το Μάντη της Παντογνωσίας | |
| Be humble | Έσo ταπεινός | |
| I hope your majesty will accept this humble gift for the new year | Ελπίζω ο Μεγαλειότατος να δεχτεί αυτό το ταπεινό δώρο | |
| They said you would be humble | Είστε ταπεινόφρονας | |
| I will most humbly take my leave of you | Δεν μπορείς να πάρεις κάτι που εγώ αποφασίζω αν απο χωριστ ώ | |
| In the circumstances, if Parliament does not reject the common position and ends up humbly acquiescing in a common position that no one here is satisfied with, it will essentially be abdicating its role and making a mockery of itself to the Council | Νόμιζω ότι, αν σε τέτοιες περιπτώσεις δεν απορρίψουμε την κοινή θέση και τελικά ακολουθήσουμε και « υποταχθούμε » σε μια κοινή θέση την οποία κανείς μας εδώ δεν θεωρεί ικανοποιητική, τότε ουσιαστικά το Κοινοβούλιο παραιτείται από το δικό του ρόλο και αυτογελοιοποιείται απέναντι στο Συμβούλιο | |
| Welcome to our humble home | Χακούνα Ματάτα | |
| Let us get tired that you humble, he/she says | Βαρέθηκα να γελοιποιούμαι.Πεθαίνουν εκεί έξω | |
| See Biff' s humble beginnings and how a trip to the racetrack...... on his ‧st birthday made him a millionaire overnight | Δείτε πώς ο ταπεινής καταγωγής Μπιφ με μια επίσκεψη στον ιππόδρομο... ανήμερα των ‧ων γενεθλίων του έγινε εκατομμυριούχος σε μία νύχτα | |
| I most humbly thank you | Ταπεινά σας ευχαριστώ | |
| I come here as an innocent bystander.As a totally respectable individual. A humble part- time hairdresser | Χριστέ μου, έρχομαι εδώ αθώος, σαν ένα απόλυτα σεβαστό άτομο, ένας ταπεινός κομμωτής κι εσύ προσπαθείς να με διαφθείρεις, να με ξελογιάσεις | |
Found in 44 ms. Translation memories are created by human, but computer aligned, which might cause mistakes. They come from many sources and are not checked. Be warned.