Translation of "suplir" into Greek
προμήθεια, αναπληρώνω, αντικαθιστώ are the top translations of "suplir" into Greek.
Aportar lo que es necesario o deseado.
-
προμήθεια
nounÉl asegura haber jugado un pequeño papel al suplir la maquinaria inicial.
Ισχυρίζεται μόνο ότι έπαιξε έναν μικρό ρόλο στην προμήθεια του αρχικού μηχανισμού.
-
αναπληρώνω
ρήμα1.αντικαθιστώ προσωρινά ή οριστικά κπ. και εκτελώ την εργασία του ή γενικά ασκώ τα καθήκοντά του 2.συμπληρώνω κτ. που λείπει ή είναι ανεπαρκές
Es el mejor amigo de Dario, con quien forma una pareja exitosa, ya que uno suple las carencias del otro.
Είναι ο καλύτερος φίλος του Ντάριο, με τον οποίο κάνει ένα επιτυχημένο ζευγάρι, αφού ο ένας αναπληρώνει τις ανάγκες του άλλου.
-
αντικαθιστώ
ρήμα(για πρόσ.) παίρνω τη θέση κάποιου και ασκώ τα καθήκοντά του, συνήθ. προσωρινά
El futbolista más joven suplió a su compañero lesionado.
Ο νεότερος ποδοσφαιριστής αντικατέστησε τον τραυματισμένο συμπαίκτη του.
-
Less frequent translations
- αντισταθμίζω
- αποζημιώνω
- παρέχω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "suplir" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate