Translation of "pelukis" into Greek

ζωγράφος is the translation of "pelukis" into Greek.

pelukis
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • ζωγράφος

    noun masculine

    καλλιτέχνης που εξασκεί τη ζωγραφική

    Si pelukis senang jika ia turut mewujudkan keinginan tersebut.

    Ο ζωγράφος χαίρεται όταν συμβάλλει στην ικανοποίηση αυτών των επιθυμιών.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "pelukis" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "pelukis" with translations into Greek

  • αποδίδω · εικονίζω · ζωγραφίζω · ιχνογραφώ · σκιτσάρω · σχεδιάζω
  • έργο ζωγραφικής · αναπαράσταση · αντιπροσωπεία · αντιπροσώπευση · δραματική αναπαράσταση · εκπροσώπηση · εσωτερική αναπαράσταση · ζωγραφική · πίνακας · σχέδιο
  • αναπαριστάνω · αναπαριστώ · απεικονίζω · αποδίδω · εικονίζω · ζωγραφίζω · ιχνογραφώ · παίζω · παρουσιάζω · περιγράφω · προσωπογραφώ · σκιτσάρω · συμβολίζω · σχεδιάζω · υποδύομαι · χαρακτηρίζω
  • ζωγραφική
  • Πινέλο
  • πορτραίτο
  • έλκω · αδειάζω · αναπαριστάνω · απεικονίζω · αποδίδω · αποσύρω · βάφω · βγάζω · διαπερνώ · εικονίζω · ελκύω · εξεντερώνω · ζωγραφίζω · ισοφαρίζω · ιχνογραφώ · καρπώνομαι · μπογιατίζω · ξεκοιλιάζω · περιγράφω · περνώ · προσελκύω · σκιτσάρω · σχεδιάζω · τραβάω χαρτί · τραβώ · τραβώ χαρτί · χρωματίζω
  • Ζωγραφική σπηλαίου
Add

Translations of "pelukis" into Greek in sentences, translation memory