Translation of "coure" into Greek
χαλκός, μπακίρι, Χαλκός are the top translations of "coure" into Greek.
coure
verb
noun
masculine
grammar
-
χαλκός
noun masculineEn temps bíblics la gent també emprava molt el coure a la vida quotidiana.
Ο χαλκός χρησιμοποιούνταν επίσης ευρέως στην καθημερινή ζωή κατά τους Βιβλικούς χρόνους.
-
μπακίρι
neuter -
Χαλκός
χημικό στοιχείο με σύμβολο Cu και ατομικό αριθμό 29
En temps bíblics la gent també emprava molt el coure a la vida quotidiana.
Ο χαλκός χρησιμοποιούνταν επίσης ευρέως στην καθημερινή ζωή κατά τους Βιβλικούς χρόνους.
-
Less frequent translations
- αγκυλώνω
- κεντώ
- μαγειρεύω
- πονώ
- τρυπώ
- τσιμπώ
- φουρνίζω
- ψήνω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "coure" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "coure"
Phrases similar to "coure" with translations into Greek
-
κράμα χαλκού
-
άνθρακας · γαιάνθρακας · κάρβουνο · λιγνίτης · λιθάνθρακας · ξυλάνθρακας · πετροκάρβουνο · τύρφη
-
χαλκοχαράκτης
-
Ισότοπα του χαλκού
-
Θειικός χαλκός
-
καυτερό πιπέρι · πιπέρι καγιέν
-
ξερό δαμάσκηνο
-
Υδροξείδιο του χαλκού
Add example
Add