Translation of "poder" into Greek
μπορώ, δύναμη, ισχύς are the top translations of "poder" into Greek.
poder
verb
noun
masculine
grammar
-
μπορώ
verbJo no puc parlar Francès.
Δεν μπορώ να μιλήσω Γαλλικά.
-
δύναμη
noun feminineVas ser tu qui em va dir que el major poder d'una dona ve en ser vídua.
Εσύ δεν ήσουν κάποτε αυτός που μου έλεγε ότι η μεγαλύτερη δύναμη της γυναίκας έρχεται ώς χήρα.
-
ισχύς
noun feminineGlòria i majestat fan guàrdia davant d’ell, poder i esplendor l’assisteixen al seu temple» (Salm 96:4-6, MM).
Αξιοπρέπεια και λαμπρότητα είναι ενώπιόν του· ισχύς και ωραιότητα υπάρχουν στο αγιαστήριό του».—Ψαλμός 96:4-6.
-
Less frequent translations
- Εξουσία
- δεξιότητα
- δημόσιο αξίωμα
- δυναμικότητα
- δυνατότητα
- δύναμαι
- εξουσία
- επιρροή
- επιτηδειότητα
- ικανότητα
- κράτος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "poder" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "poder" with translations into Greek
-
νομοθετικό σώμα
-
μαγική δύναμη · μαγική ικανότητα
-
αγγείο · βάζο
-
συγκρίνομαι
-
Διάκριση των εξουσιών
-
Αξία σε μονάδες αγοραστικής δύναμης
-
Αγοραστική δύναμη · αγοραστική δύναμη
-
άνθρωπος που μπορεί να είναι φανταστικός
Add example
Add