Translation of "ejendom" into Greek
ιδιοκτησία, κτήμα, περιουσία are the top translations of "ejendom" into Greek.
ejendom
noun
common
grammar
-
ιδιοκτησία
noun feminineMed de rette ejendomme er det mere værd end en spillegæld.
Η κατάλληλη ιδιοκτησία θα αποδώσει πολύ περισσότερα λεφτά από ένα χρέος τζόγου.
-
κτήμα
noun neuterDet får ikke tilbagevirkende kraft for fremførelser, der allerede på dette tidspunkt er blevet offentlig ejendom.
Δεν επεκτείνεται αναδρομικά στις ερμηνείες ή εκτελέσεις που είχαν ήδη καταστεί δημόσιο κτήμα κατά την ημερομηνία αυτή.
-
περιουσία
noun feminineDet kan navnlig erhverve og afhænde fast ejendom og løsøre og optræde som part i retssager.
Δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.
-
Less frequent translations
- αγαθά
- κατοικία
- κτήματα
- κτήση
- μέσα
- τοποθεσία
- υπάρχοντα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ejendom" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "ejendom" with translations into Greek
-
ενοικίαση ακινήτου
-
ατομική ιδιοκτησία
-
δημόσια περιουσία
-
κτήματα δήμων και κοινοτήτων
-
εκμίσθωση ακινήτων
-
ακίνητα · ακίνητη περιουσία
-
κτήση κυριότητας
-
λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία
Add example
Add