Translation of "ved" into Greek
με, σε are the top translations of "ved" into Greek.
ved
noun
adjective
adposition
neuter
grammar
-
με
adpositionIkke desto mindre udgør ovenstående principper og bestemmelser fast indarbejdede regler, som der ikke bør sættes spørgsmålstegn ved.
Αυτές οι αρχές και διατάξεις συνιστούν κεκτημένα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να τεθούν υπό αμφισβήτηση.
-
σε
adpositionSkal en tvist afgøres ved voldgift, udpeges der tre voldgiftsmænd.
Σε περίπτωση υποβολής διαφοράς σε διαιτησία, διορίζονται τρεις διαιτητές.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ved" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "ved"
Phrases similar to "ved" with translations into Greek
-
επίδομα λόγω θανάτου
-
κόστος της προστασίας του περιβάλλοντος
-
πραγματικό κόστος υλοποιημένης εργασίας
-
Αυτοκτονία με απαγχονισμό
-
κρυπτογράφηση δημόσιου κλειδιού
-
προϋπολογισμένο κόστος εργασίας που έχει προγραμματιστεί
-
πίσω από
-
εμφάνιση πατημένου
Add example
Add