Translation of "virksomhed" into Greek
εταιρεία, επιχείρηση, εταιρία are the top translations of "virksomhed" into Greek.
-
εταιρεία
noun feminineEn virksomhed viste sig snarere at være en bruger end en importør.
Μια εταιρεία αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν μάλλον χρήστης πάρα εισαγωγέας.
-
επιχείρηση
noun feminineοργανισμός παραγωγής ή εμπορίας προϊόντων ή υπηρεσιών
Gravide kvinder udsaettes for mange ulemper i den sagsoegte virksomhed:
Τα μειονεκτήματα των εγκύων γυναικών είναι πολλά στην καθής επιχείρηση:
-
εταιρία
noun feminineDen ville være uhensigtsmæssig for en lille belgisk virksomhed og vilkårlig, hvis den skulle anvendes på alle selskaber.
Η εφαρμογή του σε όλες τις εταιρίες θα ήταν απρόσφορη για μια μικρή βελγική εταιρία, καθώς και αυθαίρετη.
-
εργοστάσιο
noun neuterUndtagelsen er af væsentlig betydning for den pågældende virksomhed, som har et stort antal beskæftigede.
Η παρέκκλιση είναι ουσιώδους σημασίας για την επιτυχή λειτουργία του εν λόγω εργοστασίου, το οποίο απασχολεί πολλούς εργαζόμενους.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "virksomhed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "virksomhed" with translations into Greek
-
αλλοδαπή επιχείρηση
-
διάσπαση επιχείρησης
-
δημόσια εταιρία
-
πολυεθνική επιχείρηση
-
μεσαία επιχείρηση · μεσαία εταιρεία
-
παύση δραστηριότητας
-
ιδιωτική επιχείρηση
-
Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί