Translation of "Bau-" into Greek
οικοδομικός is the translation of "Bau-" into Greek.
Bau-
-
οικοδομικός
adjectiveEinige Sektoren (u.a. Landwirtschaft, Bau, öffentlicher Verkehr) bleiben jedoch nach wie vor teilweise oder zur Gänze steuerbefreit.
Ορισμένοι τομείς (όπως είναι η γεωργία, ο οικοδομικός τομέας, οι δημόσιες συγκοινωνίες κ.λπ.) απαλλάσσονται πλήρως ή εν μέρει.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Bau-" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "Bau-" with translations into Greek
-
δεσμωτήριο · διάρθρωση · δομή · δόμηση · εποικοδόμηση · ιστός · κατασκευή · κτίριο · κτίσιμο · κτίσμα · λαγούμι · μπουντρούμι · οικοδομή · οικοδομική · οικοδόμημα · οικοδόμηση · πλέγμα · φυλακή · φωλιά · χτίσιμο
-
κτιστός
-
Αντισεισμικές κατασκευές
-
γερός · καλής κατασκευής
-
Βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίων
-
χτίζω πύργους στην άμμο · χτίζω στην άμμο
-
λιθόκτιστος
-
πλινθόκτιστος
Add example
Add