Translation of "beleidigt" into Greek
προσβεβλημένος is the translation of "beleidigt" into Greek.
beleidigt
adjective
verb
adverb
grammar
muksch (umgangssprachlich) [..]
-
προσβεβλημένος
Ich muss sagen, das kränkt mich, beleidigt mich auf Profiebene.
Έχω να πω, ότι τα πληγωμένα συναισθήματα μου, προσβεβλημένος μου σε επαγγελματικό επίπεδο.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "beleidigt" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "beleidigt" with translations into Greek
-
αγγίζω · θίγω · καυτηριάζω · πειράζω · προσβάλλω · υβρίζω
-
θιγμένος · μη μου το παίζεις · μη μου το παίζεις εμένα θιγμένος · μη μου το παίζεις θλιμμένος · μη μου το παίζεις λυπημένος · μη παίζεις το θιγμένο · μη το παίζεις · παρεξηγημένος
-
προσβάλλω
-
μειωτικός · προσβλητικός · υποτιμητικός
-
με πρόσβαλλες
-
σα κλαμμένο
Add example
Add