Translation of "einschlafen" into Greek
αποκοιμιέμαι, μουδιάζω, αποκοιμάμαι are the top translations of "einschlafen" into Greek.
einschlafen
verb
grammar
wegdösen (umgangssprachlich) [..]
-
αποκοιμιέμαι
verbNach dem Film sind sie eingeschlafen.
Μετά την ταινία αποκοιμήθηκαν.
-
μουδιάζω
verb -
αποκοιμάμαι
verbIch kann nicht alleine einschlafen.
Δεν θέλω να αποκοιμάμαι μόνη μου.
-
Αποκοιμιέμαι (χουζουρεύω)
Για παράδειγμα: με το μεσημεριανό χουζούρεμα στο καναπέ ή μερικά λεπτά στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ τη νύχτα. ΠΡΟΣΟΧΗ: και το ρήμα VERSCHLAFEN στα ελληνικά σημαίνει "αποκοιμιέμαι" αλλα αποκοιμιέμαι βλακωδώς π.χ.: στο τιμόνι την ώρα που οδηγώ.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "einschlafen" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "einschlafen" with translations into Greek
-
αποκοιμισμένος · κοιμισμένος
-
τον πήρε ο ύπνος
-
Διαβάζω ένα βιβλίο, προτού αποκοιμηθώ
Add example
Add