Translation of "erlaubt" into Greek
επιτρεπόμενος, επιτρέπεται are the top translations of "erlaubt" into Greek.
erlaubt
adjective
verb
grammar
-
επιτρεπόμενος
Die nach IAS 23 zulässige Alternative der Aktivierung ist nicht erlaubt.
Ο επιτρεπόμενος εναλλακτικός χειρισμός της κεφαλαιοποίησης του ΔΛΠ 23 δεν επιτρέπεται.
-
επιτρέπεται
verbWenn es das Wetter erlaubt, fahren wir morgen los.
Αν ο καιρός το επιτρέπει, αύριο αναχωρούμε.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "erlaubt" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "erlaubt" with translations into Greek
-
δεν επιτρέπεται
-
περιορισμός επιτρεπτού προσδιοριστικού
-
περιορισμός επιτρεπομένων μονάδων μέτρησης
-
επιτρέπω
-
αφήνω · επιτρέπω · παίρνω την πρωτοβουλία · παίρνω το θάρρος · παρέχω · παραδέχομαι · παραχωρώ · χορηγώ
-
αν το επιτρέπουν οι περιστάσεις
Add example
Add