Translation of "geistig" into Greek
πνευματικός, πνευματικό, διανοητικός are the top translations of "geistig" into Greek.
geistig
adjective
grammar
Mit dem Geist.
-
πνευματικός
adjective masculineσε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο
Nach meiner Taufe machte ich in geistiger Hinsicht schnell Fortschritte.
»Από τότε κι ύστερα, η πνευματική μου πρόοδος υπήρξε γοργή.
-
πνευματικό
adjectiveDer Seiltanz ist eine geistige und körperliche Tätigkeit.
Τώρα, το να περπατάς πάνω στο σύρμα είναι τόσο πνευματικό όσο και σωματικό.
-
διανοητικός
adjective masculineDie geistige Einstellung muss hierbei die gleiche sein, nämlich „auf die Stille zu hören“.
Η διανοητική προσέγγιση πρέπει να είναι η ίδια, δηλαδή η «ακρόαση της σιωπής».
-
Less frequent translations
- νοερός
- νοητικός
- πνευματική
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "geistig" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "geistig" with translations into Greek
-
πνευματική εργασία
-
πνευματικό επίτευγμα
-
διανοητικό κεφάλαιο
-
διανοητική ιδιοκτησία · πνευματική ιδιοκτησία
-
Διανοητική ιδιοκτησία
-
Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου
-
σώας τας φρένας
-
κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας
Add example
Add