Translation of "gewagt" into Greek
τολμηρός is the translation of "gewagt" into Greek.
gewagt
Adjective
verb
grammar
auf dünnem Eis (fig.) (umgangssprachlich) [..]
-
τολμηρός
adjectiveDie Veranstalter haben mich darum gebeten, mit einer gewagten Spekulation zu enden.
Οι διοργανωτές μου ζήτησαν να κλείσω με μία τολμηρή εικασία.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "gewagt" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "gewagt" with translations into Greek
-
μπαίνω στο στόμα του λύκου
-
Μικρή Άρκτος
-
άμαξα · άρμα · αμάξι · αυτοκίνητο · βαγόνι · επιβατικό αυτοκίνητο · καροτσάκι · καρότσι · κούρσα · μέσο · τροφοδότης χαρτιού · τρόλεϊ · φορέας · φορείο · όχημα
-
πέμπτος τροχός της αμάξης · τελευταίος τροχός της αμάξης
-
Μεγάλη Άρκτος
-
ένα ξεχαρβαλωμένο αμάξι
-
αντιμετωπίζω · αποτολμώ · διακινδυνεύω · διακυβεύω · ρισκάρω · ριψοκινδυνεύω · τολμάω · τολμώ
-
τολμώ
Add example
Add