Translation of "liebst" into Greek
αγαπημένος, ευνοούμενος are the top translations of "liebst" into Greek.
liebst
verb
-
αγαπημένος
particle masculineEr ist ehemaliger Magistratus, wird noch von vielen geliebt.
Είναι πρώην ειρηνοδίκης, αλλά ακόμα αγαπημένος σε πολλούς.
-
ευνοούμενος
masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "liebst" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "liebst" with translations into Greek
-
αγαπημένος · αγαπητός · αδελφικός · ακριβός · αξιέραστος · αξιαγάπητος · αξιολάτρευτος · ευγενικός · καλός · προσφιλής · φίλος · φίλτατος · φρόνιμος
-
για χατίρι
-
αγαπιέμαι
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ
-
για χατίρι
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ · σ’ αγαπάω · σ’ αγαπώ · σ’αγαπώ
-
αγαπητέ · αγαπητή · στοργή
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ
Add example
Add