Translation of "Botanik" into Ancient Greek (to 1453)
τὸ γογγυλο-σπάραγον, τὸ δίκταμνον, τὸ ζωο-δότιον are the top translations of "Botanik" into Ancient Greek (to 1453).
Botanik
noun
Noun
feminine
grammar
Teilgebiet der Biologie, das sich mit der Erforschung der Pflanzenwelt befasst.
-
τὸ γογγυλο-σπάραγον
Stängelkohl
-
τὸ δίκταμνον
Diptam
-
τὸ ζωο-δότιον
Klee
-
Less frequent translations
- τὸ θηλυ-γόνον
- τὸ κάγκανον
- τὸ καβαλλάτιον
- τὸ μῶλυ, μώλυνος
- τὸ ἀρνο-πολέμιον
- τὸ ἀρρενο-γόνον
- τὸ ἄπιον
- τὸ ἐν-ζύμιον
- τὸ ῥαβδίον
- τὸ ῥιγέτανον
- τὸ ῥᾶ
- τὸ ῥῆον
- ἡ γελωτόφυλλις, ιδος
- ἡ γογγυλίς, ίδος
- ἡ γογγύλη
- ἡ κινάρᾱ, ᾱς
- ἡ κόρη
- ἡ μώλυζα, ης
- ἡ σέσελις, -εως
- ἡ σημύδα, ης
- ἡ σμῖλαξ, ακος
- ἡ σμῖλος
- ἡ ἀκτέᾱ, έᾱς
- ἡ ἀπιδέᾱ
- ἡ ἰωνιὰ μέλαινα
- ἡ Ἰβηρίς, ίδος
- ὁ καθαίρων
- ὁ σπόγγος
- ὁ/ἡ ῥόος, ῥόου
- ῥοῦς Συριακή
- ῥοῦς βυρσο-δεψική
- ῥοῦς ἐρυθρός
-
Show algorithmically generated translations
Add example
Add