Translation of "πιάνω" into Russian

поймать, взять, доходить are the top translations of "πιάνω" into Russian.

πιάνω verb grammar
+ Add

Greek-Russian dictionary

  • поймать

    verb

    Όποιος κυνηγά πολλούς λαγούς,δεν πιάνει ούτε έναν.

    За двумя зайцами погонишься - ни одного не поймаешь.

  • взять

    verb

    Αστυνομικός έπιασε από το χέρι τυφλή γυναίκα για να διασχίσει τον δρόμο.

  • доходить

    verb

    πιάνω (συνήθ. με άρνηση, προφ.) καταλαβαίνω, κατανοώ, αντιλαμβάνομαι: Δεν το 'πιασα, τι θες να πεις; Το 'πιασες το υπονοούμενο; Την έχει ~σει την ουσία. /// До тебя всё ещё не дошло́? ― Do you still not get it?

    «Εγώ είμαι άνθρωπος αμόρφωτος, κουτός, εσάς όμως ο Κύριος σας προίκισε με μυαλό και σοφία. Εσείς όλα τα ξέρετε και τα καταλαβαίνετε, το μυαλό σας πιάνει τα πάντα, ενώ εγώ δεν μπορώ να πω μια κουβέντα της προκοπής. Φανείτε μεγαλόψυχος, καθοδηγήστε με πώς να γράψω ένα γράμμα! Δασκαλέψτε με τι και πώς…»

    — Я человек необразованный, слабоумный, вас же господь наделил разумом и мудростью. Вы всё знаете и понимаете, до всего умом доходите, я же путем слова сказать не умею. Будьте великодушны, наставьте меня в рассуждении письма! Научите, как его и что…

  • Less frequent translations

    • забрать
    • закалывать
    • заколоть
    • занимать
    • заставать
    • застать
    • зацепить
    • зацепиться
    • защемить
    • лапать
    • подняться
    • прижиться
    • прищемить
    • свалиться
    • уличать
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "πιάνω" into Russian

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "πιάνω"

Phrases similar to "πιάνω" with translations into Russian

Add

Translations of "πιάνω" into Russian in sentences, translation memory