Translation of "πονάω" into Russian
болеть, больно, дорожить are the top translations of "πονάω" into Russian.
πονάω
verb
grammar
-
болеть
verb impfAυτά που παίρνω είναι για να μην πονάω.
После всего, что я принимал, я не чувствовал боли.
-
больно
adjective adverbмне больно
-
дорожить
verbπονάω = έχω μια πολύ έντονη συναισθηματική σχέση, δεσμό με κπ. ή με κτ., αισθάνομαι μεγάλη στοργή, αγάπη: Πονάει τον τόπο / την πόλη / το σπίτι του. Aυτό το παιδί το πόνεσα, σαν να ήταν δικό μου.
Την είχε δημιουργήσει σχεδόν από το μηδέν και την πονούσε πολύ τη δουλειά του και την επαγγελματική του φήμη.
Он создал её практически с нуля и очень дорожил своей работой и профессиональной репутацией.
-
колоть
verb(μεταβατικό) <<< μτφ = ενοχλώ
η αλήθεια πονάει
правда глаза колет
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "πονάω" into Russian
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "πονάω" with translations into Russian
-
заболевать · заболеть
Add example
Add