Translation of "Across" into Greek

Εγκάρσια, δια μέσου, απέναντι are the top translations of "Across" into Greek.

Across
+ Add

English-Greek dictionary

  • Εγκάρσια

    These bands cut across all three sectors, which are called upon to actively engage in the proposed dialogue.

    Οι ζώνες αυτές τέμνουν εγκάρσια και τους τρεις τομείς, οι οποίοι καλούνται να συμμετάσχουν δραστήρια στον προτεινόμενο διάλογο.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Across" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

across noun adverb adposition grammar

To, toward, or from the far side of (something that lies between two points of interest). [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • δια μέσου

    adverb

    from the far side [..]

    At last the wind changes, blowing from the cold north across the sea.

    Επιτέλους ο άνεμος αλλάζει με κατεύθυνση από τον ψυχρό βορρά δια μέσου θάλασσας.

  • απέναντι

    adposition

    on the opposite side

    Hey Tom, we're gonna set up triage across the street in case there's multiple vics.

    Τομ, θα ετοιμάσουμε μονάδα απέναντι, σε περίπτωση που έχουμε πολλά θύματα.

  • οριζόντιος

    adverb masculine

    crosswords: horizontally

  • Less frequent translations

    • αντίπερα
    • καθέτως
    • κατακορύφως
    • διαμέσου
    • κάθετα
    • κατά πλάτος
    • κατακόρυφα
    • οριζοντίως
    • πλάγια
    • πέραν
    • από
    • εγκάρσια
    • εγκαρσίως
    • ανά τον, την, το
    • απ' άκρη σ' άκρη
    • διά μέσου
    • εγκάρσιος
    • με διάμετρο
    • σε όλα τα μέρη (+Γεν.)
    • σε όλη την επικράτεια (+Γεν.)
    • στην άλλη άκρη (+Γεν.)
    • στην περιφέρεια

Images with "Across"

Phrases similar to "Across" with translations into Greek

  • από ολόκληρη τη χώρα
  • ανταποδίδω αυτό που μου έκαναν · πληρώνω με το ίδιο νόμισμα
  • συλλήβδην
  • ανά τον κόσμο · σε όλο τον κόσμο · όπου γης
  • καλύπτω
  • γίνομαι κατανοητός · περνάω το μήνυμά μου
  • γεμίζω · διέρχομαι · διασχίζω · διατρέχω · συρρέω σε
  • αιχμαλωτίζω · βρίσκω · διασχίζω τρέχοντας · συναντιέμαι
Add

Translations of "Across" into Greek in sentences, translation memory