Translation of "Boom" into Greek

Βραχίονας, μπούμα, μπαμ, μπουμ are the top translations of "Boom" into Greek.

Boom proper

A Belgian town and municipality in the southwest of the Flemish province of Antwerp. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • Βραχίονας, μπούμα

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Boom" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

boom verb noun interjection grammar

A floating barrier used to obstruct navigation, for military or other purposes; or used for the containment of an oil spill. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μπαμ

    interjection

    sound of explosion

    Hopefully, they were out for lunch and nobody was in there when she went boom.

    Eίχαv βγει για φαγητό, καvείς δεv ήταv μέσα, και μετά έκαvε μπαμ.

  • μπουμ

    sound of explosion

    All you got to do is show up and boom!

    Το μόνο που θα κάνεις, είναι να εμφανιστείς και μετά μπουμ!

  • έκρηξη

    noun feminine

    For the boom, you'll just have to use your imagination.

    Για την έκρηξη, θα πρέπει να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία σου.

  • Less frequent translations

    • βροντή
    • μπουμπουνίζω
    • μπούμ
    • κεραία
    • κρότος
    • βόμβος
    • πρόοδος
    • ακμάζω
    • βομβώ
    • ευδοκιμώ
    • ευημερώ
    • χείμαρρος
    • προάγω
    • αλματώδης ανάπτυξη
    • κατακόρυφη αύξηση
    • μάννα εξ ουρανού
    • περίοδος ευημερίας
    • ραγδαία αύξηση
    • ραγδαία εξέλιξη

Images with "Boom"

Phrases similar to "Boom" with translations into Greek

  • έξαρση και ύφεση
  • αναδιπλούμενος βραχίονας
  • έξαρση τής οικονομικής δραστηριότητας · αλματώδης οικονομική ανάπτυξη · μεγάλη οικονομική ανάπτυξη · οικονομική άνθηση · οικονομική ευημερία
  • ακμαίος · ανθηρός · εκρηκτικός · θαλερός · παραγωγικός · πληθωρικός · ραγδαίος
  • όπερ έδει δείξαι
  • δημογραφική έκρηξη
  • ακμάζουσα οικονομία · ανθηρή οικονομία
  • εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου
Add

Translations of "Boom" into Greek in sentences, translation memory