Translation of "Brief" into Greek

Σύντομος, περίληψη, σύντομος, βραχύς are the top translations of "Brief" into Greek.

Brief
+ Add

English-Greek dictionary

  • Σύντομος, περίληψη

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Brief" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

brief adjective verb noun adverb grammar

Of short duration; happening quickly. [from 15th c.] [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σύντομος

    adjective masculine

    of short duration

    My statement is brief, and I will take no questions.

    Θα είναι σύντομη δήλωση και δε θα δεχτώ ερωτήματα.

  • βραχύς

    adjective masculine

    of short duration

    What follows represents of necessity a brief overview.

    Στη συνέχεια παρατίθεται, κατ’ ανάγκην, μια βραχεία επισκόπηση.

  • λακωνικός

    adjective masculine

    Rather it confined itself to the brief statement that Mr Gogos had not sought financial compensation.

    Αρκέστηκε αντιθέτως στη λακωνική διαπίστωση ότι ο Χ.

  • Less frequent translations

    • περίληψη
    • συνοπτικός
    • ενημερώνω
    • ενημέρωση
    • αναφέρω
    • συνοψίζω
    • δικηγόρος
    • μικρός
    • σλιπ
    • σλιπάκι
    • συνήγορος
    • περιληπτικός
    • πρόταση
    • δικογραφία
    • βραχύβιος
    • επιστολή
    • γράμμα
    • κοντός
    • καθιστώ ενήμερο

Phrases similar to "Brief" with translations into Greek

  • σύντομη περιγραφή
  • καταθέτω δικογραφία · υποβάλλω δικογραφία
  • Το Χρονικό του Χρόνου
  • έκθεση πραγματογνωμοσύνης · γραπτό υπόμνημα · παρέμβαση · υπόμνημα παρατηρήσεων υποβαλλόμενο από μη διάδικο
  • σχηματίζω δικογραφία
  • βρακί · εσώρουχο · κιλότα · σλιπ · σλιπάκι · σώβρακο
  • συνδράμω (σ)τη δικογραφία
  • δικογραφία εκ μέρους φίλου τού δικαστηρίου
Add

Translations of "Brief" into Greek in sentences, translation memory