Translation of "Demand" into Greek
Ζήτηση, απαίτηση, ζήτηση, απαίτηση are the top translations of "Demand" into Greek.
-
Ζήτηση, απαίτηση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Demand" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
The desire to purchase goods and services. [..]
-
ζήτηση
noun feminineThe desire, ability and willingness of an individual to purchase a good or service. [..]
In the medium term, demand on the Union industry may increase again.
Μεσοπρόθεσμα, μπορεί να αυξηθεί εκ νέου η ζήτηση στον κλάδο παραγωγής στην Ένωση.
-
απαίτηση
noun feminineThe desire, ability and willingness of an individual to purchase a good or service.
New market developments may also change the demands placed on supervision.
Νέες εξελίξεις της αγοράς μπορεί να συντελέσουν και στην αλλαγή των απαιτήσεων σχετικά με την εποπτεία.
-
ζητώ
verbΕπιθυμώ μια υπηρεσία ή φυσικά αγαθά, συνήθως χωρίς να επαναδίδω τη χάρη.
Mary demanded her money back.
Η Μαίρη ζήτησε τα χρήματά της πίσω.
-
Less frequent translations
- απαιτώ
- αίτημα
- αξίωση
- αξιώνω
- αιτώ
- ψηλαφώ
- ανάγκη
- αδιαφορία
- έχω ανάγκη
- αθημία
- ακεφία
- μελαγχολία
- απάθεια
- αδράνεια
- Απαιτώ
- προϋποθέτω
- διεκδίκηση
- χρειάζομαι
- θέλω
Phrases similar to "Demand" with translations into Greek
-
χημικά απαιτούμενο οξυγόνο
-
Κατ' αίτηση υπηρεσία
-
Νόμος της προσφοράς και της ζήτησης · προσφορά και ζήτηση
-
υπηρεσία κατ' αίτηση
-
έκτακτος · επί παραγγελία · κατ' αίτηση · σε πρώτη ζήτηση
-
έχω μεγάλη ανάγκη · έχω μεγάλη ζήτηση · είμαι σε μεγάλη ανάγκη
-
καταναλωτική ζήτηση
-
Εύρος ζώνης κατ' αίτηση