Translation of "Disgust" into Greek

αηδία, αποστροφή, αηδιάζω are the top translations of "Disgust" into Greek.

disgust verb noun grammar

To cause an intense dislike for something. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αηδία

    noun feminine

    an intense dislike or repugnance [..]

    He won't kiss you because you disgust him.

    Δε θα σε φιλήσει γιατί του προκαλείς αηδία.

  • αποστροφή

    noun feminine

    an intense dislike or repugnance

    Not if you think I could ever feel anything for you other than pure disgust.

    Όχι αν νομίζετε ότι θα μπορούσε ποτέ να αισθανθεί τίποτα για σένα Εκτός από καθαρή αποστροφή.

  • αηδιάζω

    verb

    She doesn't even know me, but it's clear that she's totally disgusted by me.

    Δεν με ξέρει καν, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι την αηδιάζω.

  • Less frequent translations

    • νεκατσιώ
    • απέχθεια
    • σιχαίνομαι
    • αγανάκτηση
    • αναγουλιάζω
    • ανακάτωμα
    • σιχασιά
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Disgust" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "Disgust" with translations into Greek

  • είναι να αηδιάζεις · τι αηδία
  • Με αηδιάζεις
  • αηδής · αηδιαστικός · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · σιχαμένος · σιχαμερός
  • αηδιασμένος · απηυδισμένη · απηυδισμένο · απηυδισμένος
  • απέχθεια
  • αηδής · αηδιαστικός · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · σιχαμένος · σιχαμερός
  • αηδής · αηδιαστικός · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · σιχαμένος · σιχαμερός
  • αηδής · αηδιαστικός · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · σιχαμένος · σιχαμερός
Add

Translations of "Disgust" into Greek in sentences, translation memory