Translation of "Distinguish" into Greek
Διακρίνω, ξεχωρίζω, διακρίνω, ξεχωρίζω are the top translations of "Distinguish" into Greek.
Distinguish
-
Διακρίνω, ξεχωρίζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Distinguish" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
distinguish
verb
grammar
Archaic spelling of distinguish. [..]
-
διακρίνω
verbIt is distinguished by its white paste, without holes.
Το προϊόν διακρίνεται από τη λευκή, χωρίς ανοίγματα μάζα του.
-
ξεχωρίζω
verbδιακρίνω διαφορές
Willpower is what distinguishes the amateur from the professional.
Η δύναμη τής θέλησης ξεχωρίζει τον ερασιτέχνη από τον επαγγελματία.
-
καθίσταμαι
verbOf course, certain conditions in their rules distinguish them.
Είναι αναμφισβήτητο ότι ξεχωρίζουν μεταξύ τους λόγω ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής των καθεστώτων τους.
-
Less frequent translations
- γίνομαι
- περιγράφω
- διαμορφώνομαι
- διαφοροποιώ
Phrases similar to "Distinguish" with translations into Greek
-
κατ' αντιδιαστολή προς · όπως διακρίνεται από
-
διακριτές καταστάσεις
-
ξεχωρίζω
-
διάσημος · διακεκριμένος · διαπρεπής · εξαίρετος · καταξιωμένος · μεγάλος · περιβόητος · σπουδαίος · φημισμένος
-
διακριτικός · χαρακτηριστικός
-
διακεκριμένη τιμή
-
διακρίσιμος · διακριτός · ευδιάκριτος · ξεχωριστός
-
διακρίνομαι
Add example
Add