Translation of "Elector" into Greek
Εκλέκτορας, εκλογέας, ψηφοφόρος are the top translations of "Elector" into Greek.
A (German) prince (prince-elector or simply elector) entitled to elect the emperor of the Holy Roman Empire. [..]
-
Εκλέκτορας
noun1β. {ιστ.} Καθένας από τους τοπικούς ηγεμόνες ή κληρικούς που είχαν δικαίωμα να συμμετέχουν στη συνέλευση που εξέλεγε τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους - Χρήσεις: ο εκλέκτορας της Σαξονίας | ο εκλέκτορας του Ανόβερου [ΜΗΛΝΕΓ]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Elector" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
A person eligible to vote in an election. [..]
-
εκλογέας
masculine"Voting procedure: the elector must cast his vote as follows; failure to comply will result in the vote being declared void:
"Τρόπος ψηφοφορίας: επί ποινή ακυρότητας, ο εκλογέας πρέπει να ψηφίσει ως εξής:
-
ψηφοφόρος
noun masculineOnly a programme of electoral culling can do that.
Μόνο ένα πρόγραμμα θανάτωσης των ψηφοφόρων θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο.
-
εκλέκτορασ
-
εκλέκτορας
Phrases similar to "Elector" with translations into Greek
-
εκλογικό μέτρο
-
εκλογική διαδικασία · εκλογικό σύστημα
-
προεκλογική εκστρατεία
-
εκλογικός κατάλογος
-
εκλογείς · εκλογικό σώμα · ψηφοφόροι
-
εκλογικά
-
εκλογικό δίκαιο
-
καταβολή εγγύησης υποψηφιότητας