Translation of "Grip" into Greek
Σφίγγω, αρπάγη, λαβή, χειρολαβή are the top translations of "Grip" into Greek.
Grip
-
Σφίγγω, αρπάγη
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Grip" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
grip
verb
noun
grammar
(transitive) To take hold, particularly with the hand. [..]
-
λαβή
noun feminineIt is a warning to the hand of justice itself never to loose its grip.
Είναι προειδοποίηση προς την ίδια τη δικαιοσύνη vα μη χαλαρώvει ποτέ τη λαβή της.
-
χειρολαβή
noun feminineThe hand grip is keyed to your thermal signature alone.
Η χειρολαβή έχει ρυθμιστεί στο θερμικό σου ίχνος και μόνο.
-
πιάνω
verbThe abrasions on the palm allow the driver to grip the steering wheel.
Το λάστιχο επιτρέπει στον οδηγό, να πιάνει το τιμόνι χωρίς να γλιστράει.
-
Less frequent translations
- σφίγγω
- βαλίτσα
- πιάσιμο
- αρπάζω
- κλοιός
- αιχμαλωτίζω
- γρίππη
- χερούλι
- συνέχω
- πρόσφυση
- έλεγχος
- κράτημα
- επιρροή
- κυριεύω
- χειραψία
- αρπάγη
- μαγκώνω
- μέγκενη
- σφίξιμο
- μαστίζω
- δίνη
- πλοκάμια
- κυριαρχία
- ζυγός
- επίδραση
- πλήττω
- γρίπη
- τσιμπίδα
- δαγκάνα
- γραπώνω
- πιάνομαι
- μαγεύω
- γοητεύω
- σφιχτό κράτημα
Images with "Grip"
Phrases similar to "Grip" with translations into Greek
-
πιάστρα καλωδίου, αρπάγη
-
κυριεύομαι από
-
χάνω τη μάχη (για κτ) · χάνω την επαφή (με την πραγματικότητα) · χάνω την επιρροή που ασκούσα · χάνω την ψυχραιμία μου · χάνω τον έλεγχο
-
Σφιγκτήρας"καβουράκι"
-
δραγμός
-
δεν είμαι πλέον κύριος · χάνω τον έλεγχο
-
αιχμάλωτος [+Γεν.] · δέσμιος [+Γεν.] · εμφορούμενος από · καθηλωμένος σε · καταλαμβάνομαι από · κυριαρχούμαι από · κυριευμένος από · μαστίζομαι από · με έχει πιάσει · με απασχολεί σοβαρά · με ζώνει, ζώνουν οι, τα · πάσχω από · πλήττομαι από · υποφέρω από · υπό το κράτος [+Γεν.] · χειμάζομαι από
-
συναρπαστικός
Add example
Add