Translation of "INSPIRING" into Greek
εμψυχωτικός is the translation of "INSPIRING" into Greek.
inspiring
adjective
verb
grammar
Providing inspiration; encouraging; stimulating. [..]
-
εμψυχωτικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "INSPIRING" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "INSPIRING" with translations into Greek
-
αφορμώμενος από · εμπνευσμένος από · ορμώμενος από
-
εμπνευσμένος λόγος
-
εμπνευσμένος · θεόπνευστος
-
εμπνευσμένος από τον Θεό · θεόπνευστος
-
-ιστικός · -πνευστος · έμπνευσης · εμπνευσμένος από · εμπνεόμενος από · με υπόδειξη [+Γεν.] · που εμπνέεται από · που προκάλεσε ο, η, το · υποκινούμενος από
-
θεόπνευστος · με την επιφοίτηση τού Αγίου Πνεύματος
-
θεόπνευστος
-
εμπνέομαι από
Add example
Add