Translation of "Immunity" into Greek
Αδιαφορία, το απρόσβλητο"ατρωσία", μη επιδεκτικότητα, ανοσία, ασυλία are the top translations of "Immunity" into Greek.
Immunity
-
Αδιαφορία, το απρόσβλητο"ατρωσία", μη επιδεκτικότητα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Immunity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
immunity
noun
grammar
(uncountable) The state of being insusceptible to something; notably: [..]
-
ανοσία
noun feminineWe don't know why we are immune, and the others not, but it's very rare.
Δεν γνωρίζουμε γιατί έχουμε ανοσία, και οι άλλοι δεν έχουν αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια.
-
ασυλία
feminineInformation on any immunity the issuer may have from legal proceedings.
Πληροφορίες για ενδεχομένη ασυλία του εκδότη από δικαστικές διαδικασίες.
-
ασυδοσία
noun
-
Less frequent translations
- απαλλαγή
- Ασυλία
- Ανοσία
- εξαίρεση
- το απρόσβλητο
Phrases similar to "Immunity" with translations into Greek
-
Λογική υψηλής αδιαφορίας στο θόρυβο
-
ανοσοποιημένη · ανοσοποιημένος
-
αδιαφορία παρεμβολών
-
βουλευτική ασυλία
-
· άτρωτος · αμέτοχος ευθυνών · απρόσβλητος · στο απυρόβλητο
-
απαλλαγή · εξαίρεση
-
ανοσοποίηση
-
αδιαφορία σε παρεμβολές
Add example
Add