Translation of "Object" into Greek

Αντικείμενο, αντικείμενο, σκοπός are the top translations of "Object" into Greek.

Object
+ Add

English-Greek dictionary

  • Αντικείμενο

    Objective of the proposal from the Commission

    Αντικείμενο της πρότασης της Επιτροπής

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Object" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

object verb noun grammar

A thing that has physical existence. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αντικείμενο

    noun neuter

    in object-oriented programming [..]

    And that's why designers, more and more, are working on behaviors rather than on objects.

    Και γι' αυτό οι σχεδιαστές, όλο και περισσότερο, δουλεύουν τις συμπεριφορές περισσότερο παρά τα αντικείμενα.

  • σκοπός

    noun masculine

    the goal, end or purpose of something

    Any divergence from the objectives jointly defined would cause the cooperation to cease altogether.

    Απόκλιση από τους κοινούς σκοπούς θα είχε ως συνέπεια η συνεργασία να παύσει στο σύνολό της.

  • αντιτίθεμαι

    verb

    disagree with something or someone

    The institution which objects shall state the reasons for objecting to the delegated act.

    Το θεσμικό όργανο που προβάλλει αντιρρήσεις εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.

  • Less frequent translations

    • ενίσταμαι
    • διαφωνώ
    • αντιτείνω
    • αντιδρώ
    • εναντιώνομαι
    • στόχος
    • διαμαρτύρομαι
    • πράγμα
    • αντιλέγω
    • αντιμιλώ
    • άψυχο αντικείμενο
    • φέρνω αντίρρηση

Images with "Object"

Phrases similar to "Object" with translations into Greek

  • ΚΜΓΠΑ (Κέντρο Μελετών Γεωπλήσιων Αντικειμένων)
  • αντιτιθέμενος
  • ένσταση · αντίρρηση · αντιπάθεια · διαμαρτυρία · εναντίωση
  • αδέκαστος · αιτιατική · αμερόληπτος · αντικείμενο · αντικειμενικός · αντικειμενικός στόχος · αντικειμενικός φακός · πλάγια πτώση · σκοπούμενο · σκοπός · στόχος
  • αντιδρώ σε · αντιτίθεμαι · διαφωνώ με · είμαι αντίθετος σε · εναντιώνομαι · καταφέρομαι εναντίον (+Γεν.)
  • γεωγραφικό αντικείμενο
  • μεταβλητή αντικειμένου
Add

Translations of "Object" into Greek in sentences, translation memory