Translation of "Plant" into Greek
Φυτό, Εγκαταστάσεις, εργοστάσιο, φυτό are the top translations of "Plant" into Greek.
-
Φυτό
Only uses as plant growth regulator on cereals and non edible crops may be authorised.
Επιτρέπεται να χρησιμοποιείται μόνον ως ρυθμιστής ανάπτυξης των φυτών σε δημητριακά και μη εδώδιμες καλλιέργειες.
-
Εγκαταστάσεις, εργοστάσιο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Plant" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
(transitive) To place (a seed or plant) in soil or other substrate in order that it may live and grow. [..]
-
φυτό
noun neutera small or herbaceous organism, rather than a tree [..]
Organic plant production is based on nourishing the plants primarily through the soil ecosystem.
Η βιολογική φυτική παραγωγή βασίζεται στην θρέψη των φυτών κατ’ εξοχήν μέσω του εδαφικού οικοσυστήματος.
-
φυτεύω
verbφυτεύω φυτό ή στοιχεία
The area so planted is protected against weeds with chemicals.
Η περιοχή που φυτεύεται με τον τρόπο αυτό προστατεύεται από τα ζιζάνια με χημικά μέσα.
-
εργοστάσιο
noun neuterThen I'll drop you off on my way to the plant.
Τότε θα σε πηγαίνω εγώ κατά την διαδρομή στο εργοστάσιο.
-
Less frequent translations
- βότανο
- φύτευμα
- στήνω
- κατσικώνομαι
- ενσταλάζω
- βαλτός
- δημιουργώ
- καλλιεργώ
- τοποθετώ
- εγκάθετος
- απάτη
- ενσπείρω
- ηθοποιός
- κάνω
- βιομηχανικές εγκαταστάσεις
- διαδίδω
- εγκάθετο όργανο
- εμβάλλω
- ενσωματώνω
- ιδρύω
- κρύβω
- μπήγω
- παγίδα
- στημένος
- τοποθετώ σε χώμα
- χώνω
Images with "Plant"
Phrases similar to "Plant" with translations into Greek
-
εξοπλισμός εργοστασίου (βιομηχανικής μονάδας)
-
φύτεμα · φύτευση
-
φυτική υφαντική ίνα
-
φυτική υφαντική ίνα
-
απηρχαιωμένη μονάδα
-
καφεόδεντρο
-
εργοστάσιο παραγωγής ισχύος · κινητήρας · μονάδα παραγωγής ενέργειας · σταθμός παραγωγής ενέργειας