Translation of "Practice" into Greek
Πρακτική, άσκηση, εξάσκηση, άσκηση are the top translations of "Practice" into Greek.
-
Πρακτική, άσκηση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Practice" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
(transitive, US) To repeat (an activity) as a way of improving one's skill in that activity. [..]
-
εξάσκηση
noun femininean ongoing pursuit of a craft or profession [..]
We practiced the curtsy about a million times.
Κάναμε εξάσκηση την υπόκλιση κάπου στις χίλιες φορές.
-
άσκηση
noun femininean ongoing pursuit of a craft or profession
Yeah, but, they can't deport you here for practicing without a diploma.
Ναι, αλλά δεν μπορούν να σ'απελάσουν εδώ για άσκηση επαγγέλματος χωρίς δίπλωμα.
-
πρακτική
noun femininecustomary action, habit, or behaviour [..]
Therefore, for practical reasons and for reasons of fairness, I cannot accept these amendments.
Ως εκ τούτου, για πρακτικούς λόγους καθώς και για λόγους δικαιοσύνης, δεν μπορώ να εγκρίνω αυτές τις τροπολογίες.
-
Less frequent translations
- πράξη
- προπονούμαι
- ασκώ
- συνήθεια
- χρήση
- έθιμο
- μελετáω
- κάνω εξάσκηση
- εξασκώ
- πελατεία
- μελετώ
- εφαρμόζω
- ασκώ το επάγγελμα
- πείρα
- κάνω
- ασκούμαι
- πρόγραμμα
- μάθηση
- επιδίδομαι
- έξη
- κάνω πράξη
- κάνω πρόβα
Phrases similar to "Practice" with translations into Greek
-
δικηγορική άσκηση
-
κατ' ουσίαν · ουσιαστικά · πρακτικά · πρακτικώς · σχεδόν
-
δυνατός · εφαρμόσιμος · κατορθωτός · χρηστικός
-
εξασκούμαι σε
-
άσκηση · ενεργός · ευλαβής · θρήσκος · θρησκευόμενος · στην πράξη
-
Πρακτική γλώσσα εξαγωγής και αναφοράς
-
ασκώ τη δικηγορία
-
επαφή · σεξ · συνουσία