Translation of "STOCK" into Greek
απόθεμα, μετοχή, ζώα are the top translations of "STOCK" into Greek.
(operations) A store of goods ready for sale; inventory. [..]
-
απόθεμα
noun neuterstore of goods for sale [..]
The stock of liquid assets should be available at any time to meet the liquidity outflows.
Το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων θα πρέπει να είναι διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή προς εκπλήρωση των εκροών ρευστότητας.
-
μετοχή
noun femininefinance: capital raised by a company
The same thing happened this morning with Skyfleet stock or was supposed to.
Το ίδιο συνέβη το πρωί με τη μετοχή της Skyfleet ή έπρεπε να συμβεί.
-
ζώα
n-pfarm animals
There is a thorough programme for monitoring and ensuring safe disposal of all fallen stock.
Υφίσταται πλήρες πρόγραμμα παρακολούθησης και εξασφάλισης της ασφαλούς διάθεσης όλων των ζώων που πεθαίνουν στην εκμετάλλευση.
-
Less frequent translations
- ζωμός
- στοκ
- κοντάκι
- διαθέτω
- διαθέσιμος
- ζωντανά
- χαρτόνι
- στερεότυπος
- ετοιμοπαράδοτος
- μάνα
- κεφάλαιο
- κοινός
- παρακαταθήκη
- γένος
- αποθηκεύω
- εφοδιάζω
- συνήθης
- κορμός
- χρεόγραφο
- Μετοχή
- στέλεχος
- ομάδα
- καταγωγή
- ξύλο
- προμηθεύω
- στάνταρ
- σκαρί
- στόφα
- αποθεματοποιώ
- πάσσαλος
- υποκόπανος
- κούτσουρο
- στύλος
- αποταμίευμα
- γαριφαλιά
- κοινότοπος
- κοτσάνι
- ξόανο
- μπανάλ
- καθιερωμένος
- πρόγονοι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "STOCK" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Απόθεμα
Stock or Group of stocks
Απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων
Images with "STOCK"
Phrases similar to "STOCK" with translations into Greek
-
Εθνική Ένωση Αγώνων Ράλι (NASCAR)
-
αποθήκη
-
βενθοπελαγικά αποθέματα
-
συγκυριακό απόθεμα
-
υποκόπανος ανάδρασης
-
αποθήκευση · αποθεματοποίηση · κάλτσα · ψηλός
-
αποθεματοποιώ · αποθηκεύω · καβατζάρω · προμηθεύομαι · στοκάρω
-
χρηματιστηρίο