Translation of "Spare" into Greek
Εφεδρικός, ανταλλακτικός, ρεζέρβα, εφεδρικός are the top translations of "Spare" into Greek.
-
Εφεδρικός, ανταλλακτικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Spare" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
scanty; not abundant or plentiful. [..]
-
ρεζέρβα
nounBut it wasn't my idea to take out the spare tire, Kimberly.
Αλλά δεν ήταν δική μου ιδέα να βγάλουμε έξω τη ρεζέρβα, Κίμπερλυ.
-
εφεδρικός
adjective masculineThe stunning of cattle was not effective either and, in that regard, no spare stunning equipment was available.
Η αναισθητοποίηση των βοοειδών απεδείχθη επίσης αναποτελεσματική, ενώ δεν υπήρχε καν ο εφεδρικός εξοπλισμός για την αναισθητοποίηση.
-
φείδομαι
verb tr. +Γεν, (σπαν.) +Αιτ.1) (συνήθ. με άρνηση) χρησιμοποιώ ή καταναλώνω ή παρέχω, προσφέρω ή κάνω κτ με μέτρο, σύνεση και περίσκεψη (ΣΥΝ λογαριάζω, λυπάμαι, μετράω, τσιγκουνεύομαι, υπολογίζω, ΑΝΤ σπαταλώ) - Χρήσεις: Η κυβέρνηση δε φείδεται προσπαθειών για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μεταναστών | 2) Απέχω από το να πειράξω κτ, το λυπάμαι, δεν το πειράζω - Χρήσεις: Οι εχθροί εφείσθησαν τη λαμπρή πόλη και, αν και την κατέλαβαν, δεν την κατέστρεψαν [ΜΗΛΝΕΓ]
They cost a fortune, but for her, I never spare any expense.
Κοστίζουν μια περιουσία, αλλά γι'αυτήν, ποτέ δεν φείδομαι δαπανών.
-
Less frequent translations
- ανταλλακτικά
- ανταλλακτικό
- διαθέσιμος
- σπέαρ
- λιτός
- περιττός
- περισσεύω
- επιπλέον
- σώζω
- διαφυλάσσω
- χαρίζω
- ανταλλακτικός
- λογαριάζω
- φυλάγω
- εξοικονομώ
- ισχνός
- λιτοδίαιτος
- οικονομώ
- συγχωρώ
- κάνω χωρίς
- λυπάμαι
- μου βρίσκεται, -ονται
- μου περισσεύει κτ
- τσιγκουνεύομαι
- υπολογίζω
Phrases similar to "Spare" with translations into Greek
-
εφεδρική χωρητικότητα
-
αναλώσιμα ανταλλακτικά
-
δεν φείδομαι κόπων
-
πίνακας εφεδρείας
-
αντικλείδι · δεύτερο κλειδί · εφεδρικό κλειδί
-
ρεζέρβα
-
ρεζέρβα · σωσίβιο
-
ελεύθερος χρόνος