Translation of "Stewed" into Greek

βρασμένος, πιωμένος, σιγοβρασμένος are the top translations of "Stewed" into Greek.

stewed adjective verb grammar

Having been cooked by slowly boiling or simmering. See stew. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • βρασμένος

  • πιωμένος

    (λαϊκ.)
  • σιγοβρασμένος

  • σουρωμένος

    (λαϊκ.)
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Stewed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "Stewed" with translations into Greek

  • αναστάτωση · ανησυχώ · βράζω · βραστό · γιαχνί · γιαχνίζω · κομπόστα · πνίγομαι στη ζέστη · ραγκού · ραγού · σιγοβράζομαι · σιγοβράζω · σιγοψήνομαι · σιγοψήνομαι στη ζέστη · σιγοψήνω · στιφάδο · ψήνομαι
  • υφίσταμαι τις συνέπειες τών πράξεών μου
  • βράζω · σιγοβράζω
  • αντιμετωπίζω προβλήματα · βράζω στο ζουμί μου
  • κομπόστα
  • κομπόστα
  • αναστάτωση · ανησυχώ · βράζω · βραστό · γιαχνί · γιαχνίζω · κομπόστα · πνίγομαι στη ζέστη · ραγκού · ραγού · σιγοβράζομαι · σιγοβράζω · σιγοψήνομαι · σιγοψήνομαι στη ζέστη · σιγοψήνω · στιφάδο · ψήνομαι
  • αναστάτωση · ανησυχώ · βράζω · βραστό · γιαχνί · γιαχνίζω · κομπόστα · πνίγομαι στη ζέστη · ραγκού · ραγού · σιγοβράζομαι · σιγοβράζω · σιγοψήνομαι · σιγοψήνομαι στη ζέστη · σιγοψήνω · στιφάδο · ψήνομαι
Add

Translations of "Stewed" into Greek in sentences, translation memory