Translation of "Trending" into Greek
για το οποίος γίνεται πολύς λόγος, διαδόσεις, η τελευταία λέξη [+Γεν.] are the top translations of "Trending" into Greek.
trending
noun
verb
grammar
Present participle of trend. [..]
-
για το οποίος γίνεται πολύς λόγος
-
διαδόσεις
widely mentioned or discussed on the Internet, especially on social media websites: trending topics on Twitter. [dictionary.com]
-
η τελευταία λέξη [+Γεν.]
-
Less frequent translations
- θρυλείται
- θρυλούμενα
- κυκλοφορούν φήμες
- πολυακούγεται
- πολυσυζητείται, -τούνται
- πολυσυζητιέται, -τιόνται
- πολυσυζητούμενος
- τής μόδας
- τρέχων, -ουσα, -ον
- φημολογείται
- ψιθυρίζεται
- ψιθυρισμοί
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Trending" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "Trending" with translations into Greek
-
πτωτική τάση
-
έχω πέραση · αλλάζω κατεύθυνση · είμαι τής μόδας · εξέλιξη · θερίζω · κάνω κάτι δημοφιλές · κλίμα · κλίνω · μανία · μόδα · πολυσυζητιέμαι · πορεία · ρέπω · ρεύμα · ροπή · συνηθίζομαι τελευταία · τάση · τείνω · φημολογούμαι
-
αναφορά τάσεων
-
Τείνω, τάση
-
μακροπρόθεσμη τάσξ
-
προς τι τόσος λόγος;
-
τάση (εξέλιξη) της παραγωγικότητας
-
πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα
Add example
Add