Translation of "abandoned" into Greek

εγκαταλελειμμένος, ακόλαστος, άσωτος are the top translations of "abandoned" into Greek.

abandoned adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of abandon. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εγκαταλελειμμένος

    adjective masculine

    no longer maintained, forsaken, deserted

    There is a, a temple near mountain's foot, long abandoned.

    Υπάρχει ένας ναός κοντά στους πρόποδες του βουνού, από καιρό εγκαταλελειμμένος.

  • ακόλαστος

    adjective

    Displaying the effect of excessive indulgence in sensual pleasure.

  • άσωτος

    adjective
  • Less frequent translations

    • διεφθαρμένος
    • έκλυτος
    • αδέσποτος
    • εγκαταλειμμένος
    • εγκατελελειμμένος
    • παρατημένος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "abandoned" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "abandoned" with translations into Greek

  • εγκαταλειμμένο χωριό
  • ασύδοτα · ασύστολα · αφειδώς · με ασυγκράτητο ενθουσιασμό · με ξέφρενο, έξαλλο ενθουσιασμό · με όρεξη και ζήλο · σαν μανιακός · σαν τρελός · χωρίς έλεος
  • εγκαταλελειμμένο τέκνο
  • εγκαταλελειμμένο καλώδιο
  • εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα όσοι μπαίνετε εδώ
  • εγκαταλειμμένος βιομηχανικός χώρος
  • ανεμελιά · απαρνούμαι · απελευθέρωση · αποκηρύσσω · αποχωρώ · αποχώρηση · αυθορμητισμός · αφήνω · εγκατάλειψη · εγκαταλείπω · ξέφρενα · παραδίδομαι · παραδίνομαι · παρατάω · παρατώ
  • εγκαταλειμμένη γη
Add

Translations of "abandoned" into Greek in sentences, translation memory