Translation of "aberrate" into Greek
εκτρέπομαι is the translation of "aberrate" into Greek.
aberrate
verb
grammar
(intransitive) To go astray; to diverge; to deviate (from). [..]
-
εκτρέπομαι
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "aberrate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "aberrate" with translations into Greek
-
Σφάλματα φακών
-
Παρέκκλιση, παρεκτροπή
-
Χρωματικό σφάλμα · χρωματική εκτροπή
-
αισθητήρας εκτροπής
-
ανωμαλία · αποπλάνηση του φωτός · απόκλιση · απόκλιση φωτός · εκκεντρικότητα · εκτροπή · εκτροπή φωτός · εξαίρεση τού κανόνα · ηθική παρεκτροπή · λοξοδρόμηση · παρέκβαση · παρέκκλιση · παραλογισμός · παρεκτροπή · τρέλα
-
εκτροπή · παρέκκλιση
-
Σφάλμα σφαιρικής εκτροπής · σφάλμα σφαιρικής εκτροπής
-
ανώμαλος · αποκλίνων · παρεκκλινων, αποκλινων, ανωμαλος, εκτροχιασμενος
Add example
Add