Translation of "abidance" into Greek
συμμόρφωση, διαμονή, παραμονή are the top translations of "abidance" into Greek.
abidance
noun
grammar
The act of abiding or continuing; abode; stay [..]
-
συμμόρφωση
nounFully abide by the de facto moratorium on the death penalty and work towards a de jure moratorium.
Πλήρης συμμόρφωση με τη de facto αναστολή εκτέλεσης θανατικών ποινών και προσπάθεια να επιτευχθεί de jure moratorium.
-
διαμονή
noun -
παραμονή
noun -
συνέχιση
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "abidance" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "abidance" with translations into Greek
-
αδιάκοπος · αιώνιος · ακατάπαυστος · αμετάβλητος · διαρκής · μόνιμος · σταθερός · συνεχής
-
· ακολουθώ · ανέχομαι · αναμένω · αντέχω · δέχομαι · διαμένω · εμμένω · κατοικώ · μένω · παραμένω · περιμένω · πραγματοποιώ · συμμορφώνομαι · υπακούω
-
νομιμόφρων · νομοταγής
-
έχω σε υπόληψη · ακολουθώ · εμμένω · πραγματοποιώ · συμμορφώνομαι · τηρώ · υπακούω · υπολήπτομαι
-
· ακολουθώ · ανέχομαι · αναμένω · αντέχω · δέχομαι · διαμένω · εμμένω · κατοικώ · μένω · παραμένω · περιμένω · πραγματοποιώ · συμμορφώνομαι · υπακούω
-
· ακολουθώ · ανέχομαι · αναμένω · αντέχω · δέχομαι · διαμένω · εμμένω · κατοικώ · μένω · παραμένω · περιμένω · πραγματοποιώ · συμμορφώνομαι · υπακούω
-
· ακολουθώ · ανέχομαι · αναμένω · αντέχω · δέχομαι · διαμένω · εμμένω · κατοικώ · μένω · παραμένω · περιμένω · πραγματοποιώ · συμμορφώνομαι · υπακούω
-
νομιμόφρων · νομοταγής
Add example
Add