Translation of "abominate" into Greek
απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι are the top translations of "abominate" into Greek.
abominate
adjective
verb
grammar
(obsolete) Abominable; detested. [..]
-
απεχθάνομαι
verbto feel disgust towards, to hate in the highest degree
-
μισώ
verb -
σιχαίνομαι
verbI despise and abominate people
Τους περιφρονώ και τους σιχαίνομαι
-
Less frequent translations
- αποστρέφομαι
- βδελύσσομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "abominate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "abominate" with translations into Greek
-
· άγος · έκτρωμα · απέχθεια · αποστροφή · βδέλυγμα · βδελυγμία · εξάμβλωμα · σίχαμα · σιχαμάρα · φι
-
Ο Σατανικός Δόκτωρ Φάιμπς
-
τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως
-
απεχθάνομαι
-
απαίσιος · απεχθής · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · βδελυρός · ειδεχθής · εξώλης · μισητός · φρικτός
-
απαίσια
-
απαίσιος · απεχθής · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · βδελυρός · ειδεχθής · εξώλης · μισητός · φρικτός
-
απαίσιος · απεχθής · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · βδελυρός · ειδεχθής · εξώλης · μισητός · φρικτός
Add example
Add