Translation of "accommodating" into Greek

βολικός, εξυπηρετικός, συγκαταβατικός are the top translations of "accommodating" into Greek.

accommodating adjective verb grammar

Affording, or disposed to afford, accommodation; obliging; as an accommodating man, spirit, arrangement. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • βολικός

    adjective

    I hate to even ask because you've been so accommodating about all the wedding stuff...

    Δε θα το ζήταγα, αλλά είσαι τόσο βολικός με τα θέματα του γάμου-

  • εξυπηρετικός

    adjective masculine

    Boxes which our accommodating but unobservant driver has since delivered.

    Κουτιά τα οποία ο εξυπηρετικός άλλα μη παρατηρητικός μας οδηγός παρέδωσε απο τότε.

  • συγκαταβατικός

  • συμβιβαστικός

    You're tough when it's warranted, accommodating when you can be.

    Να είσαι σκληρή όταν αρμόζει, συμβιβαστική όταν μπορείς.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "accommodating" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "accommodating" with translations into Greek

  • στέγη
  • στεγάζω · φιλοξενώ
  • Στεγάζω, διευθετώ
  • διευθέτηση · διευκόλυνση · κατάλυμα · προσαρμογή · στέγαση · συμβιβασμός · χωριό
  • αφήνω · βολεύω · διευκολύνω · εγκαταλείπω · εξοικειώνομαι · ικανοποιώ · παρέχω κατάλυμα · παραδίνομαι · περιλαμβάνω · προσαρμόζομαι · στεγάζω · συμβιβάζω · φιλοξενώ · χωράω
  • κρεβατοκάμαρα · υπνοδωμάτιο
  • αφήνω · βολεύω · διευκολύνω · εγκαταλείπω · εξοικειώνομαι · ικανοποιώ · παρέχω κατάλυμα · παραδίνομαι · περιλαμβάνω · προσαρμόζομαι · στεγάζω · συμβιβάζω · φιλοξενώ · χωράω
  • διευθέτηση · διευκόλυνση · κατάλυμα · προσαρμογή · στέγαση · συμβιβασμός · χωριό
Add

Translations of "accommodating" into Greek in sentences, translation memory