Translation of "accomplishable" into Greek
εφικτός, βολετός, επιτεύξιμος are the top translations of "accomplishable" into Greek.
accomplishable
adjective
grammar
Capable of being accomplished; practicable. [..]
-
εφικτός
adjective masculinecapable of being accomplished
-
βολετός
-
επιτεύξιμος
adjective masculine
-
Less frequent translations
- κατορθωτός
- πραγματοποιήσιμος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "accomplishable" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "accomplishable" with translations into Greek
-
δεξιοτέχνης · επιδέξιος · επιτυχημένος · καταξιωμένος · μορφωμένος · ολοκληρωμένος · τέλειος · φτασμένος
-
εκπληρώνω · εκτελώ · επιτελώ · επιτυγχάνω · κατορθώνω · ολοκληρώσει · πραγματοποιώ · πραγματώνω · συμπληρώνω
-
κεκτημένα · προσόντα
-
αποστολή εξετελέσθη
-
άθλος · έργο · αγγαρεία · διεύθυνση · εκπλήρωση · επίτευγμα · επίτευξη · κατόρθωμα · πραγματοποίηση · προσόν · συμπλήρωση
-
επιτυγχάνω · πραγματοποιώ
-
εκπληρώνω · εκτελώ · επιτελώ · επιτυγχάνω · κατορθώνω · ολοκληρώσει · πραγματοποιώ · πραγματώνω · συμπληρώνω
-
δεξιοτέχνης · επιδέξιος · επιτυχημένος · καταξιωμένος · μορφωμένος · ολοκληρωμένος · τέλειος · φτασμένος
Add example
Add