Translation of "acquisitive" into Greek
άπληστος, πλεονέκτης are the top translations of "acquisitive" into Greek.
acquisitive
adjective
grammar
Dispositioned toward acquiring and retaining information. [..]
-
άπληστος
adjective masculineA vulgar, acquisitive man.
Ένας πρόστυχος και άπληστος άνθρωπος.
-
πλεονέκτης
adjective masculine, feminine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "acquisitive" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "acquisitive" with translations into Greek
-
αγορά · απόκτημα · απόκτηση · κατάκτηση · κτήση · παζάρι · προσόν · πρόσκτηση
-
γλωσσική κατάκτηση
-
Κατάκτηση δεύτερης γλώσσας
-
απόκτηση τεκμηρίωσης
-
Σύστημα πρόσκτησης δεδομένων
-
αφορά στη διαδικασία εύρεσης και απόκτησης εξειδικευμένης εργασίας για την κάλυψη των εταιρικών αναγκών · εύρεση ταλέντων
-
πρόσκτηση δεδομένων ενέργειας
-
απόκτηση άδειας χρήσης
Add example
Add