Translation of "acuteness" into Greek
σφοδρότητα, οξύτητα, οξυδέρκεια are the top translations of "acuteness" into Greek.
acuteness
noun
grammar
The quality of being acute or pointed; as, the acuteness of an angle. [..]
-
σφοδρότητα
noun -
οξύτητα
There are three groups for whom there are especially acute problems of mobility at the present time.
Υπάρχουν τρεις ομάδες τις οποίες αφορά με ιδιαίτερα οξύτητα το πρόβλημα της κινητικότητας.
-
οξυδέρκεια
nounI need the help of an acute man such as you.
Χρειάζομαι την βοήθεια ενός ανθρώπου με οξυδέρκεια όπως εσείς.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "acuteness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "acuteness" with translations into Greek
-
Οξεία μυελογενής λευχαιμία
-
· έντονος · έξυπνος · αιχμηρός · αλγεινός · διαπεραστικός · δριμύς · επώδυνος · ξαφνική · ξαφνικό · ξαφνικός · ξινός · οδυνηρός · οξεία · οξύνους · οξύς · πικρός · ψιλός
-
Οξύς, έντονος
-
οξεία γωνία
-
Ουρολοίμωξη
-
οξεία παγκρεατίτιδα · παγκρεατίτις
-
κοινό κρυολόγημα · κρυολόγημα · οξεία ρινοφαρυγγίτιδα
-
Οξεία κοιλία
Add example
Add