Translation of "advocate" into Greek
συνήγορος, υπέρμαχος, δικηγόρος are the top translations of "advocate" into Greek.
A person who argues the case of another, such as a lawyer in a court. [..]
-
συνήγορος
noun masculine m;f masculine;feminineperson who argues the case of another [..]
You pretend to be a victim's advocate, but you're a vulture preying on the carrion of human suffering.
Προσποιείσαι ότι είσαι ο συνήγορος του θύματος, αλλά είσαι αρπακτικό προσευχόμενη πάνω στο κουφάρι του ανθρώπινου πόνου.
-
υπέρμαχος
noun masculine m;f masculine;feminineperson who speaks in support of something [..]
We know you have advocated a war with Khasinau.
Ξέρουμε ότι είσαι υπέρμαχος του πολέμου με τον Κασινάου.
-
δικηγόρος
noun masculineJack, your advocate is one of our best.
Jack, η δικηγόρος σου είναι μια απ'τις καλύτερες.
-
Less frequent translations
- υποστηρικτής
- υπερασπιστής
- συνηγορώ
- υπερασπίζομαι
- υποστηρίζω
- προτρέπω
- προωθώ
- εκφραστής
- συνηγορος,υπερμαχος,εισαγγελεας ,υποστυριζω
- ενθαρρύνω
- οπαδός
- προβάλλω
- θιασώτης
- προάγω
- ζηλωτής
- κήρυκας
- παρακινώ
- απόστολος
- -ιστής, -ίστρια
- τάσσομαι υπέρ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "advocate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "advocate" with translations into Greek
-
κάνω τον συνήγορο | δικηγόρο του διαβόλου
-
συνήγορος · υπέρμαχος
-
δικηγόρος του διαβόλου · συνήγορος του διαβόλου
-
υπέρμαχος ανθρωπίνων δικαιωμάτων
-
δικηγόρος του διαβόλου · συνήγορος του διαβόλου