Translation of "affording" into Greek

διαθέτοντας, παρέχοντας are the top translations of "affording" into Greek.

affording verb

Present participle of afford. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • διαθέτοντας

  • παρέχοντας

    Member States shall afford the Commission such assistance as it needs to fulfil these tasks

    Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή την αναγκαία συνδρομή προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντα αυτά

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "affording" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "affording" with translations into Greek

  • δεν είναι στα κυβικά μου
  • δε με παίρνει για κτ, να κάνω κτ · δεν έχω λεφτά για · δεν έχω περιθώρια για · δεν έχω την άνεση · δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να · δεν έχω την οικονομική ευχέρεια να · δεν έχω την πολυτέλεια να · δεν έχω τις δυνατότητες για να · δεν βγαίνω οικονομικά · δεν διαθέτω τα μέσα για · δεν το αντέχει, σηκώνει η τσέπη μου · δεν το σηκώνουν τα οικονομικά μου να · είναι πέρα από τις δυνατότητές μου να
  • Διαθέτω, αντέχω
  • παρέχω
  • έχω λεφτά για · έχω την οικονομική άνεση για, να · έχω την οικονομική δυνατότητα · έχω την πολυτέλεια · αντέχω · αντεπεξέρχομαι · δίνω · διαθέτω · διαθέτω τα μέσα για, να · με παίρνει · παρέχω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · φέρνω
  • παρέχω αποδείξεις
  • Nόμος περί Προσιτής Περίθαλψης
  • προσφερόμενες δυνατότητες
Add

Translations of "affording" into Greek in sentences, translation memory