Translation of "alienate" into Greek
αποξενώνω, απομακρύνω, αλλοτριώνω are the top translations of "alienate" into Greek.
alienate
adjective
verb
noun
grammar
Estranged; withdrawn in affection; foreign; with from. [..]
-
αποξενώνω
verbto estrange
Don't underestimate my ability to alienate.
Μην υποτιμάς την ικανό - τητα μου να αποξενώνω.
-
απομακρύνω
verbNot to mention, I'm not going to do anything to alienate you.
Και δε θα κάνω τίποτα για να σας απομακρύνω.
-
αλλοτριώνω
-
Less frequent translations
- αποστασιοποιώ
- αποξενώνομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "alienate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "alienate" with translations into Greek
-
άλλος · αλλοδαπός · εξωγήινος · ξένη · ξένος · πράσινο ανθρωπάκι
-
δικαιώματα των αλλοδαπών
-
εξωγήινη εισβολή
-
εξωγήινη απαγωγή
-
πράσινο ανθρωπάκι
-
κοινωνική αποξένωση
-
Nόμος DREAM (περί προόδου, αρωγής, και εκπαίδευσης αλλοδαπών ανηλίκων)
-
λαθρομετανάστης · παράνομος μετανάστης
Add example
Add