Translation of "allotment" into Greek
κατανομή, κλήρος, διανομή are the top translations of "allotment" into Greek.
(UK) A plot of land rented from the council for growing fruit and vegetables. [..]
-
κατανομή
noun feminineresource allotment [..]
A good method for investing is a monthly allotment.
Μια καλή μέθοδος για την επένδυση είναι η μηνιαία κατανομή.
-
κλήρος
nounProcedure by which big land properties are divided in parcels of smaller size.
-
διανομή
noun feminineresource allotment [..]
The transactions, in this case the allotment of shares otherwise than for cash, have taken place between close parties.
Οι συναλλαγές, στην προκειμένη περίπτωση η διανομή μετοχών με τρόπο άλλο από την καταβολή μετρητών, έγιναν μεταξύ στενά συνδεδεμένων συμβαλλομένων.
-
Less frequent translations
- εκχώρηση
- καταλογισμός
- επίδομα
- καταμερισμός
- παραχώρηση γης
- χαρακτηρισμός χρήσης γης
- μερίδιο
- απονομή
- παραχώρηση
- διάθεση
- μονάδα υποστήριξης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "allotment" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Διανομή, κατανομή
Images with "allotment"
Phrases similar to "allotment" with translations into Greek
-
υπολειπόμενες μονάδες υποστήριξης
-
κλήρος · παραχώρηση γης · χαρακτηρισμός χρήσης γης
-
απονέμω · διαθέτω · διαμοιράζω · διανέμω · εκχωρώ · κατανέμω · μοιράζω · νέμω · παραχωρώ · χορηγώ
-
Υπολειπόμενες μονάδες υποστήριξης
-
κατανομή, κράτηση
-
μονάδα μέτρησης υποστήριξης
-
μονάδες υποστήριξης που χρησιμοποιήθηκαν
-
σχέδιο κατανομής, απονομής