Translation of "angered" into Greek

έξαλλος is the translation of "angered" into Greek.

angered adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of anger. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • έξαλλος

    Adjective

    If someone said or did something that I didn’t like, I would swell with anger, often shouting at people and hitting them.

    Αν κάποιος έλεγε ή έκανε κάτι που δεν μου άρεσε, γινόμουν έξαλλος, ενώ πολλές φορές έβαζα στους άλλους τις φωνές και τους χτυπούσα.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "angered" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "angered" with translations into Greek

  • σε μια έξαψη οργής
  • αγανακτώ · ανάβω · γίνομαι εκτός εαυτού · εκνευρίζομαι · εξάπτομαι · εξοργίζω · επισύρω την οργή [+Γεν.] · θυμός · θυμώνω · νευριάζω · οργή · οργίζω · προκαλώ αγανάκτηση σε · τσαντίλα · φουρκίζομαι · φούρκα · χολή · χολιάζω
  • βγάζω τα απωθημένα μου · βγάζω το άχτι μου · ξεσπάω
  • εξοργίζω · επισύρω (τον) φθόνο · προκαλώ την οργή
  • Παρά τον θυμό μου, την απογοήτευση μου..
  • θυμώνω
  • απωθημένα
  • αγανακτώ · ανάβω · γίνομαι εκτός εαυτού · εκνευρίζομαι · εξάπτομαι · εξοργίζω · επισύρω την οργή [+Γεν.] · θυμός · θυμώνω · νευριάζω · οργή · οργίζω · προκαλώ αγανάκτηση σε · τσαντίλα · φουρκίζομαι · φούρκα · χολή · χολιάζω
Add

Translations of "angered" into Greek in sentences, translation memory