Translation of "angriness" into Greek
θυμός is the translation of "angriness" into Greek.
angriness
noun
grammar
The state of being angry. [..]
-
θυμός
noun masculineIt only makes you angry, and being angry makes you stupid, and we don't need a stupid surgeon.
Σε κάνει μόνο θυμωμένη, ο θυμός σε κάνει χαζή κι εμείς δε θέλουμε χαζή χειρουργό.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "angriness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "angriness" with translations into Greek
-
αφιονισμένος όχλος · εξαγριωμένος όχλος · ωρυόμενος όχλος
-
αγανακτισμένος · αναμμένος · εξαγριωμένος · εξοργισμένος · θυμωμένος · οργισμένος · τσαντισμένος · φουρκισμένος · ωργισμένος
-
θυμώνω
-
παίρνω στο κρανίο
-
εν βρασμώ ψυχής
-
αγανακτισμένος · αναμμένος · εξαγριωμένος · εξοργισμένος · θυμωμένος · οργισμένος · τσαντισμένος · φουρκισμένος · ωργισμένος
-
αγανακτισμένος · αναμμένος · εξαγριωμένος · εξοργισμένος · θυμωμένος · οργισμένος · τσαντισμένος · φουρκισμένος · ωργισμένος
-
αγανακτισμένος · αναμμένος · εξαγριωμένος · εξοργισμένος · θυμωμένος · οργισμένος · τσαντισμένος · φουρκισμένος · ωργισμένος
Add example
Add