Translation of "arguing" into Greek
αντιλογία, αντιπαράθεση are the top translations of "arguing" into Greek.
arguing
noun
verb
grammar
Present participle of argue. [..]
-
αντιλογία
nounThis is the way the women argue.
Και έτσι οι δύο γυναίκες συνεχίζουν την αντιλογία.
-
αντιπαράθεση
noun feminineI'm sorry, you can't argue with the math or the logic.
Λυπάμαι, δεν μπορείς να έρθεις σε αντιπαράθεση με τα μαθηματικά ή τη λογική.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "arguing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "arguing" with translations into Greek
-
αιτιολογώ · αμφισβητώ · αναπτύσσω επιχειρήματα · αντιτείνω · διαπληκτίζομαι · επιπλήττω · επιχειρηματολογώ · επιχειρώ · ισχυρίζομαι · καβγαδίζω · καυγαδίζω · λογομαχώ · λογοφέρνω · μαλώνουμε · συζητώ · τσακώνομαι · υποδηλώνω · υποστηρίζω · φιλονικώ
-
Άργος ο Πανόπτης
-
να υποστυριχθει, επιχειρηματολογηθει
-
μαλώνουμε για τα πολιτικά · τσακωνόμαστε για τα πολιτικά
-
κουβέντα να γίνεται · σε κουβέντα να βρισκόμαστε · όλο αντιρρήσεις είναι
-
αμφισβητώ κτ
-
Άργος
-
διαπληκτίζομαι · λογομαχώ · λογοφέρνω · συζητώ · τσακώνομαι · υποστηρίζω
Add example
Add